Καλωσήρθατε στη λογοτεχνική ιστοσελίδα του Διάττοντα Αβρού. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε έργα του ίδιου (οι ποιητικές συλλογές αναφέρονται στη δεξιά πλευρική στήλη) αλλά και άλλων δημιουργών. Σε περίπτωση που θέλετε να επικοινωνήσετε μαζί του (π.χ. για να πείτε απλά τη γνώμη σας ή για να δημοσιεύσετε κάποιο κείμενό σας), μπορείτε να συμπληρώσετε τη φόρμα επικοινωνίας στη οριζόντια μπάρα του μενού ή να στείλετε μήνυμα στο e-mail που αναγράφεται δεξιά. Καλές σας αναγνώσεις...

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Διάττων Αβρός - Η Σκακιέρα

Στην Αλίκη








Από καταβολής κόσμου η σκακιέρα ανοιγμένη
και πάνω της γίνονται οι κινήσεις.
Κάθε τόσο ένα μαύρο πιόνι
ρωτάει ένα αντίπαλό του άσπρο
(ή και αντίστροφα):

- Εσύ τι κάνεις;
- Εγώ χάνω, εσύ;
- Εγώ δεν κερδίζω.

Κι αυτοί που κινούν τα πιόνια;
Ο ένας σίγουρα κερδίζει. Κι ο άλλος;
Ο άλλος σίγουρα δε χάνει.

Από καταβολής κόσμου η σκακιέρα...


                                        Μάης 1998


ΣΧΟΛΙΟ: Είναι φανερό πως τα (κάθε λογής) πιόνια, είτε απ' τη μια πλευρά, είτε απ' την άλλη, δεν κερδίζουν ποτέ. Αντίθετα, αυτοί που τα κινούν, τουλάχιστον δε χάνουν. Κι η σκακιέρα από καταβολής κόσμου είναι ανοιχτή. Και γίνεται πάνω της αυτό το στημένο παιχνίδι. Και τι μπορούμε εμείς κατά βάθος να κάνουμε...Και τι μπορούμε...

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Διάττων Αβρός - Τα Σπαθιά









Στην κάμαρά μου τακτοποιώ τα σπαθιά,
αυτά που με πλήγωσαν.
Εντυπωσιακά σπαθιά που αστράφτουν στο φως.
Μου τ' αφήνουν οι δήμιοί μου
αλλά τους τα ζητάω κι εγώ.
Για να θυμάμαι...

Γεμίζ' η κάμαρά μου σιγά σιγά με τα σπαθιά.
Και κάνω χώρο και για άλλα.
Διαρκώς αλλάζω θέσεις στα έπιπλα, μετακινώ
το γραφείο, την καρέκλα, το κρεβάτι...
Για να χωράνε
όλο και περισσότερα...

Μόνο που κάθε τόσο με διακόπτει
το κλάμα ενός μωρού
που ακούγεται απ' το απέναντι σπίτι.
Κοιτώντας το παράθυρό του,
με τυφλώνει η λάμψη απ' το φως
που πέφτει πάνω στα σπαθιά
- τα πρώτα του σπαθιά -

δίπλα στην κούνια του.


                                            Σεπτέμβρης 1995

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

Μάγια Μαρία Ρούσσου - Λύκαινα Του Φεγγαριού (ΙΙΙ & ΙV)

ΙΙΙ

Εκείνη τη νύχτα - θυμάσαι; -
τόση ήταν η συναστεριά,
με τόσα μ' έλουσαν, η θάλασσα
κι ο ουρανός, πεφτάστερα
που ακόμα στάζω.

Κι οι άλλοι, ανίδεοι, θεωρούν
ότι κυλούν στο πρόσωπό μου
δάκρυα.

ΙV

Μην ξεχάσεις
που θα κόβεις εκείνο το διπλό κλαδί
ότι πονώ.
Γιατί είναι τα χέρια μου
που απλώνονται
να σ' αγκαλιάσουν.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Μάγια Μαρία Ρούσσου - Λύκαινα Του Φεγγαριού (Ι & ΙΙ)

Ι

Ω, δικέ μου
- που δεν είσαι -
έχω μια κιβωτό
που πλέει στις κορφές των πεύκων
μα τίποτα δε μπορεί να με γλυτώσει
απ' τον κατακλυσμό της απουσίας σου.

Σηκώνω λοιπόν τα χέρια μου
τις νύχτες
μέσα στον υετό των αστεριών
και προσεύχομαι στη θύμησή σου.

ΙΙ

Και να σκεφτείς
πως δεν είχα άλλο σπίτι κι εκκλησιά
απ' την καρδιά σου.
Κι ούτε δωρήθηκα άγιο φως άλλο
απ' των ματιών σου.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Μάγια Μαρία Ρούσσου - Μη Με Ρωτάς Τίποτα











Μη με ρωτάς τίποτα.
Τίποτα δεν ξέρω.
Δεν ξέρω τι σημαίνουν
ούτε οι πιο συνηθισμένες λέξεις.
Δεν ξέρω τι θα πει απουσία, κι όμως με μαστίζει.
Δεν ξέρω τι θα πει καημός, κι όμως με πνίγει.
Τι θα πει σ' αγαπώ κι όμως με καίει.
Τι θα πεί θάνατος κι όμως με θανατώνει.
Τι θα πει πόνος...
Τι θα πει χαρά...
Μόνο μπορώ να σου δώσω τα πιστά μου χέρια
τα άδεια χέρια της αγάπης
και τα μάτια μου που μόνο των δικών σου
η ανταύγεια τα διαπερνά
δίχως μήτε μια λέξη...

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Μάγια Μαρία Ρούσσου - Γι' Αυτούς Που Θα 'ρχονται











Τι κλαις που φύγανε τ' αποδημητικά!
Πιο έρημος απ' ότι φαίνεται
δεν είν' ο ουρανός.

Η μοίρα μας δεν είναι
να κυνηγούμε την καλοκαιριά
κι όνειρα φτερωτά να σέρνουμε
απ' το βοριά στο νότο.
Της καταιγίδας είμαστε οι δουλευτές
και του κυκλώνα εργάτες.
Να σπείρουμε τη σάρκα μας
να ρίξουμε στ' αυλάκια τον ιδρώτα μας
τροφή να γίνουμε για τη χαρά
αυτών που θα 'ρχονται και θα διαβαίνουν.
Εμείς εδώ, στη μια τη γη
θ' απλώνουμε τ' αξόδευτο κορμί μας
δροσιά και ζεστασιά κι ακόμα
καλύπτρα για τη θύελλα
ανέπαφη να μείνει η άνοιξη.
Εμείς, εδώ,
να χτίζουμε φωλιές κι αγάπη
γι' αυτούς που θα 'ρχονται...
και θα 'ρχονται
και θα διαβαίνουν...

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Μάγια Μαρία Ρούσσου - Ανάμεσά Μας

Η Μάγια Μαρία Ρούσσου γεννήθηκε το 1937 στην Αθήνα. Με την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου, ο πατέρας της, όντας στη Γαλλία για εμπόριο, έφυγε προς Νότια Αμερική. Η γυναίκα του δεν τον ακολούθησε και η Μάγια Μαρία μεγάλωσε στην Αθήνα, στο πατρικό της (για ένα χρόνο έμεινε και με τον πατέρα της, στη Βενεζουέλα). Το 1967 παντρεύτηκε κι έκανε τρία παιδιά εκ των οποίων έζησε μόνο το ένα. Με τον σύζυγό της ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, προώθησε τα συγγραφικά της ενδιαφέροντα και δούλεψε ως καθηγήτρια πιάνου. Πέθανε το 1989 μετά από μακροχρόνια αρρώστια.

Ήταν πολυτάλαντη καλλιτέχνης και εκτός από μουσική και ποίηση, αγαπούσε τη χαλκογραφία και τη ζωγραφική. Είχε έντονο πολιτικό πνεύμα κι είχε ακόμα φιλίες με αντιφρονούντες ποιητές απ' όλο τον κόσμο. Είχε παρευρεθεί σε συνέδρια Ποίησης στην Ισπανία, Δανία, Πολωνία και Βουλγαρία.


Έργα της: Ι. Ποίηση

Βάναυσες Ώρες, 1963
Το Βιβλίου Του Αγαπημένου, 1965
Γιατί, 1966
Της Φωτιάς Και Της Στάχτης, 1972
Στον Άγνωστο Φοιτητή, 1974
Τα Τραγούδια Της Αριάδνης, 1979
Χνάρια Στο Λαβύρινθο, 1979
Πρώτος Και Δεύτερος Ερωτικός Λόγος, 1982
Ποιήματα 1963-1983, 1984
Αντιψαλμός (ένα ποίημα σε δέκα γλώσσες), 1985
Λύκαινα Του Φεγγαριού, 1987

ΙΙ. Θέατρο: Η Σφαγή, 1972

ΙΙΙ. Μεταφράσεις Από Τα Ισπανικά


Ανάμεσά Μας

Μα καλά
Πώς δεν το καταλαβαίνετε
Πώς δεν το καταλάβατε εξ' αρχής
πως αυτός εκεί καταμεσής στο δρόμο
γεμάτος αίματα
είμ' εγώ.
Τι σημασία έχει που βρίσκομαι
εδώ ανάμεσά σας.
Δε βλέπετε που περιφέρω
το κομμένο μου κεφάλι...
Δε βλέπετε που κρατώ τη σφαγμένη μου
ψυχή στα χέρια...

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Ναπολέων Λαπαθιώτης - Ήρθα...











Ήρθα να ιδώ τα σύννεφα και τα νερά
τ' αφρολουσμένα;
Τάχα με φέρανε για πόνο ή για χαρά
στον κόσμο εμένα;

Ήρθα χαμόγελα, λυγμούς, παρηγοριά
γύρω να στείλω;
Ήρθα να νιώσω τις δροσιές ή το βοριά,
θλιμμένο φύλλο;

Ήρθα να κράξω την πικρότατη επωδό:
"Είναι όλα πλάνη;"
Ήρθα το κύμα των ονείρων μου να δώ
πως θα πεθάνει;

Ήρθα να πλέξω αφρόπεπλους και ιδανικά;
Ήρθα να ψάλλω;
Ήρθα να χύσω λίγα κλάματα γλυκά
και τίποτ' άλλο!...

25.08.1907

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Μανώλης Αναγνωστάκης - Ο Νεκρός Δεν Πέθανε Την Ορισμένη Ώρα

Μανώλης Αναγνωστάκης (Θεσσαλονίκη 1925 - Αθήνα 2005). Ιατρός, ακτινολόγος, ποιητής και δοκιμιογράφος.

Το ποίημα το ακούμε απ' τον έξοχο Φάνη Χηνά... Θυμίζω πάλι την ελαφρώς κακή ποιότητα του ήχου λόγω της παλαιότητας της ηχογράφησης αλλά και του μέσου που έγινε (κασέτα)... Απ' το προσωπικό μου αρχείο...



Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Κώστας Καρυωτάκης - Πρέβεζα

Φάνης Χηνάς. Προικισμένος ηθοποιός, αθόρυβος και ουσιαστικός. Γεννήθηκε το 1940 στην Μαραθιά Καρπενησίου. Αν και είχε μια αξιόλογη πορεία στο θέατρο και στον κινηματογράφο, δυστυχώς, το μεγάλο του ταλέντο δεν αξιοποιήθηκε όσο θα 'πρεπε...

Παρουσιάζει την εξής Φιλμογραφία

Une Balle Au Coeur (Μια Σφαίρα Στην Καρδιά) 1965, Μεγάλη Μου Αγάπη 1966, Εμείς Οι Αμαρτωλοί 1966, Το Πρόσωπο Της Μέδουσας 1966, Κοινωνία, Ώρα Μηδέν 1966, Βόρτεξ 1967, Μαντώ Μαυρογένους 1971, Αέρα Αέρα Αέρα 1972, Ναι, Μεν, Αλλά...1972, Ζήτημα Ζωής Και Θανάτου 1973, Μπορντέλο 1985, Αλταμίρα (μικρού μήκους) 1986, Knock Out 1986, Γκολφ Στρημ (μικρού μήκους) 1991...

Μοναχική φύση, τα τελευταία χρόνια υπέφερε από αλκοολισμό (όπως πολλοί, άλλωστε, διαλέγουμε τη δική μας μέθοδο αυτοκαταστροφής). Πέθανε το 1992 στο νοσοκομείο του Βόλου από εγκεφαλίτιδα. Η κηδεία του έγινε στη γενέτειρά του, το Καρπενήσι.

Σα φόρο τιμής στο πρόσωπο του διακεκριμένου ηθοποιού, το Δημοτικό Θέατρο Δάφνης (Ηλία Ηλιού & Ηλιουπόλεως 77), φέρει το όνομά του.

Τον ακούμε σε μια χαρακτηριστική, πιστή απαγγελία του ποιήματος "Πρέβεζα" του Κώστα Καρυωτάκη. Βρισκόταν, άλλωστε πολύ κοντά στον Ποιητή, λόγω ψυχοσύνθεσης... Προειδοποιώ για την ελαφρώς κακή ποιότητα του ήχου καθώς η ηχογράφηση έγινε πριν 20 περίπου χρόνια (απλά, τώρα έγινε η μετατροπή της κασέτας σε ψηφιακό ήχο). Απ' το προσωπικό μου αρχείο...

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Σπυρίδων Βασιλειάδης - Τη Αποθανούση Νεανίδι Χ.Τ.










Γλυκεία κόρη, ερώτων θύμα,
ήδη κοιμάται υπό το μνήμα,
εις την γαλήνην.
Ην εν τω κόσμω καθείς ηρνήθη...
και εις του τάφου ηύρε τα στήθη
ήσυχον κλίνην!

Ήτον ως αύρα αβρά παρθένος,
και ήτον άγγελος τεθλιμμένος
του Παραδείσου.
Του Λαμαρτίνου ήτον η μούσα,
κι έκλινεν όπως αλλοφρονούσα
άνθος ναρκίσσου.

Το πρόσωπό της οτ' εθεώμην
έλεγον μήπως ετ' εκοιμώμην
και ονειρώττων.
Εις χώρας έτρεχον ουρανίας,
κι έβλεπον ένθους υπάρξεις θείας
εν μέσω φώτων!

Ελήθη τ' όνειρον και η πλάνη...
Τ' ωραίον ώρισται ν' αποθάνη
και ενεκρώθη!
Εις της φλογώδους κόρης το βίον
ο κόσμος ήτο στενόν κλωβίον,
πολλοί οι πόθοι.

Εις των ερώτων την τρικυμίαν,
ως εις της Σκύλλης την μελωδίαν
παρασυρθείσα,
ηύρε το ψεύδος χρυσής ελπίδος,
ηύρε το λύχνον της χρυσαλλίδος,
εκεί καείσα.

Ω, του Θανάτου άφευκτον χώμα,
το λυγερό της πρόσδεξαι σώμα
και κοίμισέ το.
Σφίγγε παρήγορον την αγκάλην,
και μετά τόσην ανεμοζάλην
ανάπαυσέ το!

Εις της παρθένου το μνήμα στήτε,
του κόσμου τούτου, ω συνοδίται,
ως εις μελέτην.
Μάρτυρος σήμα είναι γλυκείας,
βωμός αγάπης και συμπαθείας.
Υμνήσατέ την!


ΣΧΟΛΙΟ: Το ποίημα το έγραψε ο μεγάλος ρομαντικός Ποιητής τον Ιούλιο του 1865 για μια νεαρή κοπέλα που είχε πεθάνει τότε, με αρχικά Χ.Τ. Ειδικά για την 3η στροφή, δεν ξέρω τι λόγια να βρω να τη σχολιάσω, αλλά και για να μην επαναλάβω όλο το ποίημα, κλείνω με τον τελευταίο του στίχο: Υμνήσατέ την!

Ένα, πραγματικά, έξοχο δείγμα ρομαντισμού απ' το Σπυρίδωνα Βασιλειάδη, που κι αυτός, όπως και η ηρωίδα του στο ποίημα, στάθηκε άτυχος στη ζωή, αφού πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία, κοντά στα τριάντα του χρόνια...

Διάττων Αβρός

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Σπυρίδων Βασιλειάδης - Εικόνες

Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1845. Σπουδασε νομικά και αναγορεύτηκε διδάκτωρ το 1868. Το πάθος του για τη λογοτεχνία ήταν απέραντο. Μολονότι το επάγγελμα του δικηγόρου τον απασχολούσε πολύ - ήταν αναγκασμένος να κερδίζει χρήματα για να ζει - κατόρθωνε να ξεκλέβει τον καιρό που χρειαζόταν για να δημιουργήσει μέσα σε ελάχιστα χρόνια, ένα έργο ογκοδέστατο.

Η συγγραφική του εργασία, πεζή και έμμετρη, κράτησε γύρω στα 8 χρόνια. Το 1874 έφυγε άρρωστος στο Παρίσι, όπου και πέθανε τον ίδιο χρόνο. Κηδεύτηκε στην Αθήνα, μέσα σ' ένα πρωτοφανές πένθος!

Θαμώνας βιβλιοπωλείων, μέλος διαφόρων φιλολογικών συλλόγων, συνιδρυτής του "Παρνασσού", χαρακτηριζόταν από ένα έντονα ανήσυχο πνεύμα. Ίδρυσε, επίσης, και τη "Σχολή Απόρων Παίδων".

Υπήρξε χαρακτηριστικός τύπος για την εποχή του. Ήταν κομψός και συμπαθής. Ωστόσο, απ' το πρόσωπό του δεν έλειψε ποτέ η σκιά της μελαγχολίας και όλο του το έργο είναι διαποτισμένο από απαισιοδοξία.

Έργα του: Ποίηση (Εικόνες Και Κύματα, Έπεα Πτερόεντα, Παντοίαι Ποιήσεις), Πεζά (Οι Σκοτεινοί Έρωτες, Το Χρυσίον, Η Λουομένη Ρωμαία, Αι Αδελφαί Του Βορρά, Ηχώ Και Νάρκισσος, Ευρώπη, Μια Μητέρα), Κριτικά, Μεταφράσεις, Θεατρικά (Γαλάτεια, Χίμαιρα, Σκύλλα, Αλέξανδρος Υψηλάντης, Διός Έρωτες, Αμάλθεια, Οι Καλλέργαι, Λουκάς Νοταράς, Θάνος Καλλισθένης, Ή Έγγαμος Ή Αυτόχειρ), Διάφορα (Επιφυλλίδες, Λόγοι, Καλλιτεχνικά).

Όλο του το έργο αυτό τυπώθηκε σε 4 τόμους κάτω απ' το γενικό τίτλο "Αττικαί Νύκτες" (1873 - 1874). Απ' όλη αυτή τη συγγραφή, να σημειωθεί πως "Οι Καλλέργαι" όταν παίχτηκαν συγκλόνισαν την Αθήνα κι η "Γαλάτεια" είχε προκαλέσει φρενίτιδα ενθουσιασμού. Ο Βασιλειάδης ήταν για την εποχή του ένας λογοτέχνης που χειροκροτήθηκε όσο κανένας άλλος. Υπήρξε ο κορυφαίος ρομαντικός, τότε που ο Ρομαντισμός ήταν λογοτεχνικό κίνημα στην Ελλάδα.

Ήταν στενός φίλος του Δημήτρη Παπαρρηγόπουλου, σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό, που οι σύγχρονοί τους, τούς αποκαλούσαν Διόσκουρους. Έγραψαν στην καθαρεύουσα κι υπήρξαν και οι δύο οι τελευταίοι θερμοί υποστηρικτές της...

Εικόνες

Όταν προβάλλ' εις το βουνό η συμπαθής Σελήνη
και, ως λυχνία εις ειρκτήν, παρήγορον φως χύνει,
ποθώ λαμπρά ερείπια και σκιαυγείς ερήμους
μονήρης να αφήνομαι εις ρεμβασμούς πενθίμους.
Τι είμαι δε γνωρίζω.
Και ως εις σκότη άλυτα, σκιά κι εγώ γυρίζω...

Πως δυστυχών ο άνθρωπος κι εμπόλεμος πλανάται;
Αφού να σβήνει πέπρωται, τάχα προς τι γεννάται;
Που τρέχει; Πως ο δίκαιος κακούται και οιμώζει,
ενώ καρδία πονηρά και χαίρει και δεσπόζει;
Χριστέ εδώ κατέβης;
Περίμενε τον στέφανον του πόνου και της χλεύης!

Ω, τις ποτέ την πλάκα του νεκρός θα ανασείσει,
και τις θνητός της πλάσεως το αίνιγμα θα λύσει;
Χωρίς ελπίδα εις τη γην, χωρίς σκοπόν πλανώμαι,
και αν πετώ, ως πύραυλος, το σύμπαν να θεώμαι,
ουδέν ανακαλύπτω.
Και προς τη γην βαρύθυμος, αστήρ διάττων πίπτω.

Παιδίον ότε έπαιζον σκιρτών και αμερίμνως,
ήμην διάπυρος χαρά και των ελπίδων ύμνος.
Και ήτον η καρδία μου χαρίεσσα και λεία,
ως προσγελά εις της αυγής το μέτωπον αιθρία.
Αλλ' ήδη, μαύρα νέφη
ο λογισμός τας αλγεινάς εικόνας μου συστρέφει.

..........................................................

Και τι δεν είναι άδικον και φρούδον και απάτη.
Υπό το ρόδον τ' ανθηρόν η έχιδνα φυλάττει,
υπό ωραίον πρόσωπον καρδία μαύρη πάλλει...
Δόξα, τιμή αβέβαια, γέλωτες, πλούτη, κάλλη,
τα πάντα ψεύδος είναι,
και μόνο είναι αληθή ο τάφος κι οι οδύναι!


ΣΧΟΛΙΟ:

...ποθώ λαμπρά ερείπια και σκιαυγείς ερήμους
μονήρης να αφήνομαι εις ρεμβασμούς πενθίμους.

Μα τι Ποίηση είναι αυτή! Μπορεί να γράφτηκε γύρω στα 1870 αλλά τη βρίσκουμε ακόμα μπροστά μας! Επιτέλους, φεύγει ένα μεγάλο φορτίο πια από πάνω μου, ένα φορτίο που το κουβαλάω εδώ και 25 χρόνια, τότε που οι "Αττικαί Νύκτες" ήρθαν στα χέρια μου, κι έτσι έμαθα για το Βασιλειάδη και το έργο του. Από τότε μου δημιουργήθηκε η υποχρέωση κάποτε να τον δημοσιοποιήσω. Το έκανα για πρώτη φορά με το βιβλίο μου "Χρώμα Ανεξίτηλο" το 1994, το κάνω και τώρα...

Διάττων Αβρός

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Αλέξανδρος Μπάρας - Tango











Ένα ταγκό, ένα ταγκό
τόσο λυπημένο και αργό,
"τόσο πικρός και μάταιος
ο κόσμος" - το μοτίβο του,
ένα ταγκό που αναμετρά
το πρόσκαιρο και λίγο του.

Ένα ταγκό, ένα ταγκό...
Σιγά σιγά τα βήματα,
σιγά σιγά και βέβαια,
μας φέρνουν προς το Θάνατο...

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

Αλέξανδρος Μπάρας - Τα Εσπέρια

Ο Αλέξανδρος Μπάρας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Μενέλαου Αναγνωστόπουλου) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1906 και πέθανε στην Αθήνα το 1990. Στα εφηβικά του χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή έζησε για περισσότερο από δυο χρόνια στο Κάιρο της Αιγύπτου κοντά σε συγγενείς του. Γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς όμως να αποφοιτήσει ποτέ. Εργάστηκε για τριανταπέντε χρόνια ως υπάλληλος του Διπλωματικού Σώματος στο ελληνικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης και από το 1966 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της ζωής του ταξίδεψε ανά τον κόσμο.

Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύσεις ποιημάτων σε εφημερίδες του Καΐρου και της Κωνσταντινούπολης. Το 1929 έγινε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους με τη δημοσίευση στο περιοδικό Αλεξανδρινά Γράμματα του ποιήματος "Η Κλεοπάτρα, η Σεμίραμις και η Θεοδώρα", που θεωρήθηκε πρωτοποριακό για εκείνα τα χρόνια. Συνεργάστηκε επίσης με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του.

Το κύριο μέρος του έργου του Αλέξανδρου Μπάρα, αφορά Ποίηση, Πεζογραφία και Μεταφράσεις, αλλά ασχολήθηκε ακόμα με την αρθρογραφία και την ταξιδιωτική λογοτεχνία. Οι μελετητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας τοποθετούν το έργο του στο μεταίχμιο ανάμεσα στη μεσοπολεμική και τη νεώτερη ελληνική ποίηση, η οποία συνδυάζει επιρροές από την ειρωνεία του Καβάφη, τον κοσμοπολιτισμό του Κώστα Ουράνη, το πικρό χιούμορ του Καρυωτάκη και τις τάσεις της γαλλικής συμβολιστικής ποίησης.

Εργογραφία

Ι. Ποίηση

Συνθέσεις, Βιβλίο πρώτο, έκδοση 1933.
Συνθέσεις, Βιβλίο δεύτερο, έκδοση 1938.
Συνθέσεις, Βιβλίο τρίτο, έκδοση 1953.
Ποιήματα 1933-1953, έκδοση 1953, και 1954.
Συνθέσεις, Βιβλίο τέταρτο, έκδοση 1973.
Άθροισμα, Ποίηση 1933 - 1983, έκδοση 1983.

ΙΙ. Πεζογραφία

Φάσεις (αφηγήματα) 1978.

ΙΙΙ. Μεταφράσεις

Όρχαν Βελή, Είκοσι ποιήματα μεταφρασμένα από τον Αλέξανδρο Μπάρα, 1954.
Μπωντλαίρ, 16 ποιήματα, 1970.
Ρεμπώ, Μεθυσμένο καράβι, 1970.
Αραγκόν, Τα μάτια της Έλσας, 1970.
Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση, 1986.

(πηγή http://artacthellas.blogspot.com)


Τα Εσπέρια

Βράδυ...

Στα ελαιώδη νερά του λιμανιού,
μετακινείται κύκνεια
ένα μεγάλο πλοίο,
μετακινείται παίρνοντας
κατεύθυνση προς τ' ανοιχτά,
μ' εκείνο το περιφρονητικό του μεγαλείο
των μακρινών αναχωρήσεων...

Κι ίσως δεν είναι πλοίο,
ίσως είναι το παν που φεύγει,
όλα που φεύγουν. Όλα!

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

Διάττων Αβρός - Του Έρωτα Η Μέθη










Κόρη αφέθη,
ξεχύθηκε σα μέθη.
Πού να πηγαίνει;

Τρέχει ακόμα.
Τ' άλικο είδα στόμα.
Ω, φιλημένη!

Πόσ' η χαρά της!
Είν' η πρώτη φορά της;
Πλέρια το δείχνει.

Θα ξαποστάσει;
Ακολουθώ με βιάση.
Μεστά τα ίχνη.

Όνειρο κι αυτό!
Τι να κρύψω; Να κρυφτώ;
Έρωτα στέψη!

Αιθέριο κορμί,
από την πρώτη στιγμή
έχω πιστέψει!

Ίριδες κήποι.
Λησμονιέται η λύπη,
τώρα οι πόθοι!

Άνθη σκορπάει
καρδιά που αγαπάει,
κόρη που νιώθει.

Γράφω μια λέξη.
Αχ, πώς να την προσέξει!
Τρέμω εντός μου.

Κι όλο απλώνει,
ομορφιά που τυφλώνει.
Χάνω το φως μου!


              Φλεβάρης 2009

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Διάττων Αβρός - Το Σιωπηλό Βλέμμα Του Φεγγαριού












Καθόταν εκεί
κι οι άλλοι πήγαιναν και τον ρωτούσαν.
Στους πολλούς που δεν ήξεραν,
τους προσδιόριζε την ταυτότητά τους
και τους εξηγούσε το ρόλο τους.
Στους λίγους που ήθελαν να μάθουν,
τους μιλούσε για το σιωπηλό βλέμμα του φεγγαριού.

Όταν τον ρωτούσαν ποιος είναι,
δεν τους έλεγε τ' όνομά του
(δεν έπρεπε να τους το πει).
Αποσύρονταν διακριτικά
κι επέστρεφε πάντα μετά από λίγο

για να συνεχίσει το έργο του...


                                                        Απρίλης 1997
 
Free Joomla TemplatesFree Blogger TemplatesFree Website TemplatesFreethemes4all.comFree CSS TemplatesFree Wordpress ThemesFree Wordpress Themes TemplatesFree CSS Templates dreamweaverSEO Design