Καλωσήρθατε στη λογοτεχνική ιστοσελίδα του Διάττοντα Αβρού. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε έργα του ίδιου (οι ποιητικές συλλογές αναφέρονται στη δεξιά πλευρική στήλη) αλλά και άλλων δημιουργών. Σε περίπτωση που θέλετε να επικοινωνήσετε μαζί του (π.χ. για να πείτε απλά τη γνώμη σας ή για να δημοσιεύσετε κάποιο κείμενό σας), μπορείτε να συμπληρώσετε τη φόρμα επικοινωνίας στη οριζόντια μπάρα του μενού ή να στείλετε μήνυμα στο e-mail που αναγράφεται δεξιά. Καλές σας αναγνώσεις...

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Μελισσάνθη - Ίλιγγος










Εργογραφία Της Μελισσάνθης
(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι. Ποίηση
• Φωνές Εντόμου (1930)
• Προφητείες (1931)
• Η Φλεγόμενη Βάτος (1935)
• Γυρισμός Του Ασώτου (1936)
• Ωσαννά Και Οραματισμός (1939)
• Λυρική Εξομολόγηση (1945)
• Η Εποχή Του Ύπνου Και Της Αγρύπνιας (1950)
• Ανθρώπινο Σχήμα (1961)
• Το Φράγμα της Σιωπής (1965)
• Εκλογή (1965)
• Μικρή Εκλογή 1930 - 1961 (1970)
• Εκλογή 1961 - 1977 (1979)
• Νέα Ποιήματα 1974 - 1982 (1982)

ΙΙ. Δοκίμιο
• Νύξεις (1985)

ΙΙΙ. Παιδική Λογοτεχνία
• Ο Μικρός Αδελφός (1960)
• Με Τους Αρχαίους Θεούς (1985)

ΙV. Μεταφράσεις
• Γκαρνιέ Πιερ, Εκλογή (1965)
• Ντίκινσον Έμιλυ, Ποιήματα (1980)
• Βαλερύ Πωλ, Χορός και Ψυχή (1988)

V. Συγκεντρωτικές Εκδόσεις
• Εκλογή 1930 - 1950 (1965)
• Τα Ποιήματα Της Μελισσάνθης 1930 - 1974 (1975)
• Οδοιπορικό 1930 - 1984 (1986)


Ίλιγγος

Κλεισμένη στου κρανίου μου το γρανίτη
η σκέψη μου οργιάζει και σφυρά
σκάβοντας σπήλαια κι άντρα φοβερά
με φαντασία διαβολικού τεχνίτη.

Κι εμπρός σε βάραθρα που ο νους μου φρίττει
μ' ακράτητην ορμή κατηφορά.
Κάτου βογούνε σκοτεινά νερά
σε χείμαρρου ξεχειλισμένη κοίτη.

Της τρέλας ο ίλιγγος παραμονεύει
με του φιδιού το βλέμμα σαγηνεύει
και την τραβάει μαγνήτης στον γκρεμνό.

Χίλια γυάλινα μάτια την κοιτούνε
λιθάρια, οι λογισμοί κατρακυλούνε
και ξαφνικά, πηδά μες στο κενό!

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Μελισσάνθη - Επίκληση

Το πραγματικό όνομα της Ποιήτριας ήταν Ήβη Κούγια - Σκανδαλάκη. Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα (1907 - 1990). Σπούδασε γαλλική και γερμανική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο και στην Abendschule Αθηνών αντίστοιχα και φοίτησε στην προπολεμική Δημοσιογραφική Σχολή της πρωτεύουσας. Ασχολήθηκε επίσης με την αγγλική γλώσσα, τη μουσική, τη ζωγραφική και το χορό. Εργάστηκε ως καθηγήτρια γαλλικών σε ιδιωτικά και δημόσια σχολεία και ως δημοσιογράφος. Το 1932 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Ν. Σκανδαλάκη, δικηγόρο, πολιτικό και συγγραφέα φιλοσοφικών πραγματειών. Συνεργάστηκε σε λογοτεχνικές και θεατρικές εκπομπές του Ελληνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (1945 - 1955), ήταν μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1961 - 1972), της επιτροπής Κρατικών Βραβείων (1969 - 1975), και του Κύκλου για το παιδικό βιβλίο (1969 - 1971).

Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1930 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής "Φωνές Εντόμου" και το 1931 κυκλοφόρησε τη λιθογραφημένη ποιητική συλλογή "Προφητείες", η οποία αποτέλεσε το λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς. Η ποίηση της Μελισσάνθης τοποθετείται στο χώρο του υπαρξισμού και της μεταφυσικής αγωνίας. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής κι οδηγήθηκε σταδιακά προς τον ελεύθερο στίχο (απ' το 1945), επιλογή που οδήγησε και σε μια ανάλογη ανανέωση των θεματικών και γλωσσικών της επιλογών. Ασχολήθηκε επίσης με το φιλοσοφικό δοκίμιο και τις λογοτεχνικές μεταφράσεις. Τιμήθηκε με τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1936), την Εύφημο Μνεία Βραβείου Παλαμά, το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1965), το Παράσημο "Χρυσούς Σταυρός Τάγματος Εποποιίας", το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976), το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη, το Βραβείο Μεταφραστών, το Μετάλλιο Δήμου Πειραιώς και το Αργυρούν Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες.


Επίκληση

Ήλιε, που αχόρταγα σε πίνουν τ' άνθη και τα μάτια
θα 'θελα να σε ακολουθώ στα ουράνια μονοπάτια
τις ρίζες κόβοντας που ως δέντρο με κρατούν στο χώμα
και με πουλιού φτερά να υψώνομαι στο ουράνιο δώμα.
Πίσω τα πρόσκαιρα ν' αφήνω των ανοίξεων ρόδα
ν' αργομαδάνε όπως γυρνάς των εποχών τη ρόδα
και με το φως ν' αποδημώ πάντα προς νέες πατρίδες
να μη με φτάνουν οι νυχτιές ποτέ κι οι καταιγίδες.
Να φεύγω πριν κάθε χαρά μου ρίξει τη σκιά της
μοιραία, καθώς, γύρω από με θα γράψει την τροχιά της.
Και λυτρωμένη απ' τον τροχό που αμείλιχτα με στρέφει
τυχαία να παίρνω σχήματα με τ' ουρανού τα νέφη
κι απ' το άρμα σου τους κύκλους να θωρώ να γράφεις κάτου
της κάθε μέρας και νυχτιάς, της ζωής και του θανάτου.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Ο Λάμπρος Πορφύρας Κι Η Φρεαττύδα

συνέχεια απ' την προηγούμενη ανάρτηση...

Ο Λάμπρος Πορφύρας έμενε στη Φρεαττύδα, κοντά στην ομώνυμη πλατεία κι αυτή ήταν η ποιητική του πατρίδα. Την αγάπησε «πιο πολύ κι απ' τη ζωή του», έλεγαν οι λιγοστοί φίλοι του. «Στη Φρεαττύδα κατοικούν οι Θεοί μου» έλεγε ο ίδιος. Του άρεσε να περπατά δίπλα στη θάλασσα, να μιλά με τους απλούς ανθρώπους, να κουβεντιάζει για την καθημερινότητα στις ταβερνούλες της παραλίας, αλλά, συνήθως ήταν κλεισμένος στον εαυτό του. Ήταν συνεσταλμένος, ήρεμος, αλλά και ...πλούσιος γιατί είχε πάρα πολλά ενώ χρειαζόταν λίγα!

Η Φρεαττύδα ήταν γι΄αυτόν η μούσα που τον ενέπνεε και γι΄αυτό δεν την άφησε ποτέ. Αυτή τροφοδοτούσε τον ποιητικό του οίστρο κι ωθούσε τη δημιουργικότητά του ώστε να συνθέτει στίχους. Ο Λάμπρος Πορφύρας την τίμησε την Φρεαττύδα γι' αυτό και το 1938 ο Δήμος Πειραιά, με μια συγκινητική τελετή, του έστησε την προτομή στην πλατεία της Φρεαττύδας, η οποία πήρε και τ' όνομά του...


Είδα

Είδα μια χώρα ξωτικιά στ' ανήσυχο όνειρό μου,
πόσ' όμορφη δε θα το πει ποτέ καμιά ψυχή.
Tο νου μου πήρε κι άφησα το φτωχικό χωριό μου
κι έκανα τάμα μόνο εκεί ν' αράξω· μόνο εκεί.

Τρελλό παιδί ξεκίνησα δεμένο με τα μάγια
του ονείρου μου, κι εγνώρισα τις χώρες του γιαλού.
Είδα τις χώρες π' άστραφταν σε κάμπους και σε πλάγια,
μα η χώρα μου, όλο πήγαινα - κι ήτανε πάντ' αλλού.

Διαβάτες μ' ανταμώσανε καλοί και μου 'παν: Μείνε,
είν' όμορφη κι η χώρα μας· καιρός ν' αράξεις πια.
Είν' όμορφη κι η χώρα σας, διαβάτες, μα δεν είναι
εκείνη που ονειρεύτηκα και με τραβάει μακριά.

Έτσ' είναι. Σύρτε, κι άστε με να σιγοταξιδεύω
και να περνάω μονάχος μου και κάμπους και βουνά.
Ίσως τη βρω· μ' αν δεν τη βρω τη χώρα που γυρεύω
μη μου ζητάτε, αδέρφια μου, ν' αράξω πουθενά...

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Λάμπρος Πορφύρας - Εργογραφία

συνέχεια απ' την προηγούμενη ανάρτηση...

Ο Λάμπρος Πορφύρας εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα ενώ ήταν ακόμα μαθητής, με το ποίημα "Η Θλίψη Του Μαρμάρου" που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Στάδιον" το 1894 κι απ' το 1895 συνδέθηκε με τους φιλολογικούς κύκλους στην Αθήνα. Το 1920 εξέδωσε την ποιητική συλλογή "Σκιές", που ήταν η μοναδική του συλλογή που εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του. Μετά το θάνατό του εκδόθηκε (με φροντίδα του αδερφού του Θεόδωρου Σύψωμου) η ποιητική συλλογή "Μουσικές Φωνές" (1934) που τιμήθηκε απ' την Ακαδημία Αθηνών την επόμενη χρονιά. Το 1956 εκδόθηκαν τα Άπαντά του, με εισαγωγή για τη ζωή και το έργο του, τα ποιήματα των δύο συλλογών του, την αλληλογραφία του, κριτικά υπομνήματα σχετικά με το έργο του κ.α.

Ο Πορφύρας ήταν άνθρωπος μελαγχολικός, κι έζησε μοναχική ζωή μακριά απ' τους κοινωνικούς κύκλους. Ήταν θαμώνας της απλής λαϊκής ταβέρνας και στους στίχους του τραγούδησε τον έρωτα, τη θάλασσα και την ελληνική φύση, τα ταπεινά πράγματα και τα θλιμμένα ειδύλλια. Ακολούθησε μεν το συμβολισμό, διαμόρφωσε όμως ένα ιδιαίτερο προσωπικό ύφος. Η γλώσσα του είναι μεν απλή, όμως την Ποίησή του τη χαρακτηρίζει η γλυκύτητα της έκφρασης, η μουσικότητα του τόνου κι η αρμονία. Ποιήματα του μελοποιήθηκαν από Έλληνες συνθέτες και μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες. Συνεργάστηκε, τέλος, με διάφορα περιοδικά όπως "Τέχνη", "Διόνυσος", "Παναθήναϊα" κ.α. Το τελευταίο μέρος του μικρού αφιερώματος στο γνωστό Μεσοπολεμικό Ποιητή, περιλαμβάνεται στην επόμενη ανάρτηση...


Πιε Στου Γιαλού Τη Σκοτεινή Ταβέρνα

Πιε στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου,
σε μι’ άκρη, τώρα π’ αρχίσαν ξανά τα πρωτοβρόχια.
Πιε το με ναύτες και σκυφτούς ψαράδες αντικρύ σου,
μ’ ανθρώπους που βασάνισε η θάλασσα κι η φτώχεια.

Πιε το, η ψυχή σου αξέννοιαστη τόσο πολύ να γίνει,
που αν έρθ’ η Μοίρα σου η κακιά να της χαμογελάσεις,
καημοί καινούργιοι αν έρθουνε μαζί σου ας πιουν κι εκείνοι,
κι αν έρθει ο Χάρος, ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις.

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Λάμπρος Πορφύρας - Σύντομο Βιογραφικό

Ο Λάμπρος Πορφύρας (ψευδώνυμο του Δημήτριου Σύψωμου, απ' τα δύο ομώνυμα ποιήματα του Διονύσιου Σολωμού) ήταν λυρικός ποιητής της μεταπαλαμικής και μεσοπολεμικής περιόδου. Γεννήθηκε το 1879 στη Χίο και λίγα χρόνια αργότερα μετακόμισε με την οικογένειά του πρώτα στη Σύρο και το 1884 στον Πειραιά. Γράφτηκε στην Νομική Σχολή Αθηνών αλλά δεν πήρε το πτυχίο λόγω βαριάς ασθένειας (πέρασε τύφο). Απ' το 1900 αφοσιώθηκε στην ποίηση και ξεκίνησε να μελετά ελληνική και ξένη λογοτεχνία κυρίως δε τους Γάλλους και Άγγλους λυρικούς, τα έργα των οποίων διάβαζε απ' το πρωτότυπο. Έμεινε για μικρά χρονικά διαστήματα στο Παρίσι, στο Λονδίνο και σ' άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους, πήρε μέρος στην κίνηση για τη δημοτική γλώσσα κι υπήρξε απ' τους ιδρυτές της Σοσιαλιστικής Δημοτιστικής Ένωσης. Το 1923 τιμήθηκε με το Εθνικόν Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών. Πέθανε στον Πειραιά το 1932... Θα συνεχίσουμε με τον ίδιο Ποιητή και στις επόμενες 2 αναρτήσεις, ως ένα μικρό αφιέρωμα στο έργο του...


Lacrimae Rerum

Άμοιρη! Το σπιτάκι μας εστοίχιωσεν
απ' την ομορφιά σου τη θλιμμένη·
στους τοίχους, στον καθρέφτη, στα εικονίσματα,
απ' την ομορφιά σου κάτι μένει.
Κάτι σα μόσκου μυρωδιά, κι απλώνεται
και το φτωχό σπιτάκι πλημμυρίζει,
κάτι σα φάντασμα, θολό κι ανέγγιχτο,
κι όπου περνά σιγά το κάθε αγγίζει.
Έξω, βαρύ, μονότονο ψιχάλισμα
δέρνει τη στέγη μας· και τότε αντάμα
τα πράματα που αγιάσανε τα χέρια σου
αρχίζουν ένα κλάμα... κι ένα κλάμα...
Κι απ' τη γωνιά ο καλός της Λήθης σύντροφος,
τ' αγαπημένο μας παλιό ρολόι,
τραγουδιστής του χρόνου, κι αυτός κλαίοντας
ρυθμίζει αργά, φριχτά, το μοιρολόι...
 
Free Joomla TemplatesFree Blogger TemplatesFree Website TemplatesFreethemes4all.comFree CSS TemplatesFree Wordpress ThemesFree Wordpress Themes TemplatesFree CSS Templates dreamweaverSEO Design